Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίφοβος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί φόβο εξαιτίας της επικινδυνότητάς του Βικιλεξικό
  2. που δεν είναι ασφαλής λόγω του κινδύνου που ενέχει· Βικιλεξικό
  3. προφορικόπου κινδυνεύει να πεθάνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίφοβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίφοβος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίφοβοςεπίφοβηεπίφοβο
Γενικήεπίφοβουεπίφοβηςεπίφοβου
Αιτιατικήεπίφοβοεπίφοβηεπίφοβο
Κλητικήεπίφοβεεπίφοβηεπίφοβο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίφοβοιεπίφοβεςεπίφοβα
Γενικήεπίφοβωνεπίφοβωνεπίφοβων
Αιτιατικήεπίφοβουςεπίφοβεςεπίφοβα
Κλητικήεπίφοβοιεπίφοβεςεπίφοβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →