Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίχριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει επιχριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίχριστος < ελληνιστική κοινή ἐπίχριστος < αρχαία ελληνική ἐπιχρίω < ἐπί + χρίω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίχριστοςεπίχριστηεπίχριστο
Γενικήεπίχριστουεπίχριστηςεπίχριστου
Αιτιατικήεπίχριστοεπίχριστηεπίχριστο
Κλητικήεπίχριστεεπίχριστηεπίχριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίχριστοιεπίχριστεςεπίχριστα
Γενικήεπίχριστωνεπίχριστωνεπίχριστων
Αιτιατικήεπίχριστουςεπίχριστεςεπίχριστα
Κλητικήεπίχριστοιεπίχριστεςεπίχριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →