Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαίσχυντα

επίρρημα
•
  1. με επαίσχυντο τρόπο, ντροπιαστικά Βικιλεξικό
    • Είν' αλήθεια πως ήμουνα αδύναμος, επαίσχυντα ευαίσθητος, σ' αδιάκοπη πάλη με τη φθορά (Άγγελος Τερζάκης Παλαμήδι [διήγημα])

Ετυμολογία

επαίσχυντα < επαίσχυντος + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →