επαγγελματισμός
•
- η άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων με ευσυνειδησία, υπευθυνότητα και συστηματικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγγελματισμός < επαγγελματίας + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγγελματισμός | επαγγελματισμοί |
| Γενική | επαγγελματισμού | επαγγελματισμών |
| Αιτιατική | επαγγελματισμό | επαγγελματισμούς |
| Κλητική | επαγγελματισμέ | επαγγελματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →