επαγρυπνώ
•
- είμαι σε κατάσταση επαγρύπνησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγρυπνώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαγρυπνῶ / ἐπαγρυπνέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαγρυπνώ | επαγρυπνείς | επαγρυπνεί | επαγρυπνούμε | επαγρυπνείτε | επαγρυπνούν / επαγρυπνούνε |
| Παρατατικός | επαγρυπνούσα | επαγρυπνούσες | επαγρυπνούσε | επαγρυπνούσαμε | επαγρυπνούσατε | επαγρυπνούσαν / επαγρυπνούσανε |
| Αόριστος | επαγρύπνησα | επαγρύπνησες | επαγρύπνησε | επαγρυπνήσαμε | επαγρυπνήσατε | επαγρυπνήσαν / επαγρυπνήσανε / επαγρύπνησαν |
| Μέλλοντας | θα επαγρυπνήσω / θα επαγρυπνώ | θα επαγρυπνήσεις / θα επαγρυπνείς | θα επαγρυπνήσει / θα επαγρυπνεί | θα επαγρυπνήσουμε / θα επαγρυπνούμε | θα επαγρυπνήσετε / θα επαγρυπνείτε | θα επαγρυπνήσουν / θα επαγρυπνήσουνε / θα επαγρυπνούν / θα επαγρυπνούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαγρυπνήσει | έχεις επαγρυπνήσει | έχει επαγρυπνήσει | έχουμε επαγρυπνήσει | έχετε επαγρυπνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαγρυπνήσει | είχες επαγρυπνήσει | είχε επαγρυπνήσει | είχαμε επαγρυπνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαγρυπνήσει / να επαγρυπνήσω / να επαγρυπνώ | να έχεις επαγρυπνήσει / να επαγρυπνήσεις / να επαγρυπνείς | να έχει επαγρυπνήσει / να επαγρυπνήσει / να επαγρυπνεί | να έχουμε επαγρυπνήσει / να επαγρυπνήσουμε / να επαγρυπνούμε | να έχετε επαγρυπνήσει / να επαγρυπνήσετε / να επαγρυπνείτε | να επαγρυπνήσουν / να επαγρυπνήσουνε / να επαγρυπνούν / να επαγρυπνούνε |
| Προστακτική | — | επαγρύπνει / επαγρύπνησε | — | — | επαγρυπνήστε / επαγρυπνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →