επαγωγέας
•
- φυσικήσύστημα που επαγωγικά δημιουργεί μαγνητικό πεδίο σε μηχανές που παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγωγέας < (καθαρεύουσα) ἐπαγωγεύς < επαγωγή + -εύς ¨-έας (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inducteur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγωγέας | επαγωγείς |
| Γενική | επαγωγέα | επαγωγέων |
| Αιτιατική | επαγωγέα | επαγωγείς |
| Κλητική | επαγωγέα | επαγωγείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →