επαγωγικός
•
- λογικήσυλλογισμός που ξεκινάει από το ειδικό, το μερικό και οδηγείται σε κάτι γενικό Βικιλεξικό
- φυσικήπου σχετίζεται με την επαγωγή ή αναφέρεται σ' αυτήν Βικιλεξικό
- επαγωγικό ρεύμα, πηνίο, κύκλωμα
Ετυμολογία
επαγωγικός < :* για τη σημασία στη λογική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγωγικός < αρχαία ελληνική ἐπαγωγ(ή) + -ικός :* για τη σημασία στη φυσική < επαγωγ(ή) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγωγικός | επαγωγική | επαγωγικό |
| Γενική | επαγωγικού | επαγωγικής | επαγωγικού |
| Αιτιατική | επαγωγικό | επαγωγική | επαγωγικό |
| Κλητική | επαγωγικέ | επαγωγική | επαγωγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαγωγικοί | επαγωγικές | επαγωγικά |
| Γενική | επαγωγικών | επαγωγικών | επαγωγικών |
| Αιτιατική | επαγωγικούς | επαγωγικές | επαγωγικά |
| Κλητική | επαγωγικοί | επαγωγικές | επαγωγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →