Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαγωγικός

/e.pa.ɣo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογικήσυλλογισμός που ξεκινάει από το ειδικό, το μερικό και οδηγείται σε κάτι γενικό Βικιλεξικό
  2. φυσικήπου σχετίζεται με την επαγωγή ή αναφέρεται σ' αυτήν Βικιλεξικό
    • επαγωγικό ρεύμα, πηνίο, κύκλωμα

Ετυμολογία

επαγωγικός < :* για τη σημασία στη λογική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγωγικός < αρχαία ελληνική ἐπαγωγ(ή) + -ικός :* για τη σημασία στη φυσική < επαγωγ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαγωγικόςεπαγωγικήεπαγωγικό
Γενικήεπαγωγικούεπαγωγικήςεπαγωγικού
Αιτιατικήεπαγωγικόεπαγωγικήεπαγωγικό
Κλητικήεπαγωγικέεπαγωγικήεπαγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαγωγικοίεπαγωγικέςεπαγωγικά
Γενικήεπαγωγικώνεπαγωγικώνεπαγωγικών
Αιτιατικήεπαγωγικούςεπαγωγικέςεπαγωγικά
Κλητικήεπαγωγικοίεπαγωγικέςεπαγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →