επαγωγικώς
•
- παρωχημένοεπαγωγικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαγωγικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγωγικῶς < ἐπαγωγικός. Συγχρονικά αναλύεται σε επαγωγικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
επαγωγικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαγωγικῶς < ἐπαγωγικός. Συγχρονικά αναλύεται σε επαγωγικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →