Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαγωγισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μεταφυσική τεκμηρίωση βάση πεποίθησης (συνήθως θρησκευτικής) Βικιλεξικό
  2. η ερμηνεία (βάση) και η προσαρμογή των δεδομένων στην περί θείου αντίληψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαγωγισμόςεπαγωγισμοί
Γενικήεπαγωγισμούεπαγωγισμών
Αιτιατικήεπαγωγισμόεπαγωγισμούς
Κλητικήεπαγωγισμέεπαγωγισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →