Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επακούμβηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επακουμβώ, η ελαφρά πρόσκρουση, η επαφή δυο πλοίων Βικιλεξικό
    • Το τουρκικό εμπορικό πλοίο «ΚΑRΜΑΤΕ», σημαίας Τουρκίας, έχει παραβιάσει διεθνείς κανονισμούς ναυσιπλοΐας, σύμφωνα με ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ), το οποίο περιγράφει μάλιστα το περιστατικό ως «επακούμβηση». Αναλυτικά στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι το τουρκικό πλοίο «προσέγγισε και επακούμβησε με την κανονιοφόρο "Αρματωλός", στη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά ν. Μυτιλήνης (Τουρκικό εμπορικό πλοίο έπεσε πάνω σε ελληνική κανονιοφόρο ανοιχτά της Λέσβου, 04.05.2018, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (http://www.kathimerini.gr/962376/article/epikairothta/ellada/toyrkiko-emporiko-ploio-epese-panw-se-ellhnikh-kanonioforo-anoixta-ths-lesvoy)
    • Αποκαλυπτική είναι η φωτογραφία, με την ζημιά που υπέστη η τουρκική φρεγάτα Kemal Reis, ύστερα από την επακούμβηση της φρεγάτας Λήμνος. (Ντοκουμέντο: Η ζημιά του Kemal Reis από την επακούμβηση με το Λήμνος, 19/8/2020 https://www.tovima.gr/2020/08/19/politics/ntokoumento-i-zimia-tou-kemal-reis-apo-tin-epakoumvisi-me-to-limnos/)

Ετυμολογία

επακούμβηση < επακουμβώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπακούμβησηεπακουμβήσεις
Γενικήεπακούμβησηςεπακουμβήσεων
Αιτιατικήεπακούμβησηεπακουμβήσεις
Κλητικήεπακούμβησηεπακουμβήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →