επακόλουθο
•
- αυτό που προκύπτει ως φυσική συνέπεια, απόρροια μιας προηγούμενης ενέργειας ή κατάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επακόλουθο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου επακόλουθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επακόλουθο | επακόλουθα |
| Γενική | επακόλουθου | επακόλουθων |
| Αιτιατική | επακόλουθο | επακόλουθα |
| Κλητική | επακόλουθο | επακόλουθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →