Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαλειπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επάλειψη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαλειπτικός < επαλείφω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαλειπτικόςεπαλειπτικήεπαλειπτικό
Γενικήεπαλειπτικούεπαλειπτικήςεπαλειπτικού
Αιτιατικήεπαλειπτικόεπαλειπτικήεπαλειπτικό
Κλητικήεπαλειπτικέεπαλειπτικήεπαλειπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαλειπτικοίεπαλειπτικέςεπαλειπτικά
Γενικήεπαλειπτικώνεπαλειπτικώνεπαλειπτικών
Αιτιατικήεπαλειπτικούςεπαλειπτικέςεπαλειπτικά
Κλητικήεπαλειπτικοίεπαλειπτικέςεπαλειπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →