επαλειπτικός
•
- που έχει σχέση με επάλειψη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαλειπτικός < επαλείφω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαλειπτικός | επαλειπτική | επαλειπτικό |
| Γενική | επαλειπτικού | επαλειπτικής | επαλειπτικού |
| Αιτιατική | επαλειπτικό | επαλειπτική | επαλειπτικό |
| Κλητική | επαλειπτικέ | επαλειπτική | επαλειπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επαλειπτικοί | επαλειπτικές | επαλειπτικά |
| Γενική | επαλειπτικών | επαλειπτικών | επαλειπτικών |
| Αιτιατική | επαλειπτικούς | επαλειπτικές | επαλειπτικά |
| Κλητική | επαλειπτικοί | επαλειπτικές | επαλειπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →