Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαμφοτερίζων

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου επαμφοτερίζει Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου επαμφοτερίζει Βικιλεξικό
  3. λόγιοπου επαμφοτερίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαμφοτερίζων < αρχαία ελληνική ἐπαμφοτερίζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπαμφοτερίζω

Άλλοι τύποι

επαμφοτερίζονεπαμφοτερίζονταεπαμφοτερίζονταςεπαμφοτερίζοντεςεπαμφοτερίζοντοςεπαμφοτερίζουσαεπαμφοτερίζουσαςεπαμφοτερίζουσεςεπαμφοτερίζωνεπαμφοτεριζουσώνεπαμφοτεριζούσηςεπαμφοτεριζόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →