Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανάπαυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναπαύω / επαναπαύομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανάπαυση < ελληνιστική κοινή ἐπανάπαυσις < ἐπαναπαύω < αρχαία ελληνική ἐπανα- + παύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανάπαυσηεπαναπαύσεις
Γενικήεπανάπαυσηςεπαναπαύσεων
Αιτιατικήεπανάπαυσηεπαναπαύσεις
Κλητικήεπανάπαυσηεπαναπαύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →