επαναβεβαιώνω
•
- λόγιοβεβαιώνω εκ νέου, για δεύτερη φορά, επιπρόσθετα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναβεβαιώνω < επανα- + βεβαιώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναβεβαιώνω | επαναβεβαιώνεις | επαναβεβαιώνει | επαναβεβαιώνουμε | επαναβεβαιώνετε | επαναβεβαιώνουν / επαναβεβαιώνουνε |
| Παρατατικός | επαναβεβαίωνα | επαναβεβαίωνες | επαναβεβαίωνε | επαναβεβαιώναμε | επαναβεβαιώνατε | επαναβεβαίωναν / επαναβεβαιώναν / επαναβεβαιώνανε |
| Αόριστος | επαναβεβαίωσα | επαναβεβαίωσες | επαναβεβαίωσε | επαναβεβαιώσαμε | επαναβεβαιώσατε | επαναβεβαίωσαν / επαναβεβαιώσαν / επαναβεβαιώσανε |
| Μέλλοντας | θα επαναβεβαιώνω / θα επαναβεβαιώσω | θα επαναβεβαιώνεις / θα επαναβεβαιώσεις | θα επαναβεβαιώνει / θα επαναβεβαιώσει | θα επαναβεβαιώνουμε / θα επαναβεβαιώσουμε | θα επαναβεβαιώνετε / θα επαναβεβαιώσετε | θα επαναβεβαιώνουν / θα επαναβεβαιώνουνε / θα επαναβεβαιώσουν / θα επαναβεβαιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναβεβαιώσει | έχεις επαναβεβαιώσει | έχει επαναβεβαιώσει | έχουμε επαναβεβαιώσει | έχετε επαναβεβαιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναβεβαιώσει | είχες επαναβεβαιώσει | είχε επαναβεβαιώσει | είχαμε επαναβεβαιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναβεβαιώσει / να επαναβεβαιώνω / να επαναβεβαιώσω | να έχεις επαναβεβαιώσει / να επαναβεβαιώνεις / να επαναβεβαιώσεις | να έχει επαναβεβαιώσει / να επαναβεβαιώνει / να επαναβεβαιώσει | να έχουμε επαναβεβαιώσει / να επαναβεβαιώνουμε / να επαναβεβαιώσουμε | να έχετε επαναβεβαιώσει / να επαναβεβαιώνετε / να επαναβεβαιώσετε | να επαναβεβαιώνουν / να επαναβεβαιώνουνε / να επαναβεβαιώσουν / να επαναβεβαιώσουνε |
| Προστακτική | — | επαναβεβαίωνε / επαναβεβαίωσε | — | — | επαναβεβαιώνετε / επαναβεβαιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →