Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναδημοσιεύω

ρήμα
•
  1. δημοσιεύω ξανά κείμενο, εικόνα, στοιχείο ή άλλο υλικό που έχει ήδη δημοσιευτεί, με ή χωρίς τροποποίηση Βικιλεξικό
  2. οικονομίαδημοσιεύω εκ νέου οικονομική κατάσταση ή άλλα οικονομικά στοιχεία, συνήθως μετά από διόρθωση ή αναθεώρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαναδημοσιεύω < επανα- + δημοσιεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπαναδημοσιεύωεπαναδημοσιεύειςεπαναδημοσιεύειεπαναδημοσιεύουμεεπαναδημοσιεύετεεπαναδημοσιεύουν / επαναδημοσιεύουνε
Παρατατικόςεπαναδημοσίευαεπαναδημοσίευεςεπαναδημοσίευεεπαναδημοσιεύαμεεπαναδημοσιεύατεεπαναδημοσίευαν / επαναδημοσιεύαν / επαναδημοσιεύανε
Αόριστοςεπαναδημοσίευσαεπαναδημοσίευσεςεπαναδημοσίευσεεπαναδημοσιεύσαμεεπαναδημοσιεύσατεεπαναδημοσίευσαν / επαναδημοσιεύσαν / επαναδημοσιεύσανε
Μέλλονταςθα επαναδημοσιεύσω / θα επαναδημοσιεύωθα επαναδημοσιεύεις / θα επαναδημοσιεύσειςθα επαναδημοσιεύει / θα επαναδημοσιεύσειθα επαναδημοσιεύουμε / θα επαναδημοσιεύσουμεθα επαναδημοσιεύετε / θα επαναδημοσιεύσετεθα επαναδημοσιεύουν / θα επαναδημοσιεύουνε / θα επαναδημοσιεύσουν / θα επαναδημοσιεύσουνε
Παρακείμενοςέχω επαναδημοσιεύσειέχεις επαναδημοσιεύσειέχει επαναδημοσιεύσειέχουμε επαναδημοσιεύσειέχετε επαναδημοσιεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επαναδημοσιεύσειείχες επαναδημοσιεύσειείχε επαναδημοσιεύσειείχαμε επαναδημοσιεύσει——
Υποτακτικήνα έχω επαναδημοσιεύσει / να επαναδημοσιεύσω / να επαναδημοσιεύωνα έχεις επαναδημοσιεύσει / να επαναδημοσιεύεις / να επαναδημοσιεύσειςνα έχει επαναδημοσιεύσει / να επαναδημοσιεύει / να επαναδημοσιεύσεινα έχουμε επαναδημοσιεύσει / να επαναδημοσιεύουμε / να επαναδημοσιεύσουμενα έχετε επαναδημοσιεύσει / να επαναδημοσιεύετε / να επαναδημοσιεύσετενα επαναδημοσιεύουν / να επαναδημοσιεύουνε / να επαναδημοσιεύσουν / να επαναδημοσιεύσουνε
Προστακτική—επαναδημοσίευε / επαναδημοσίευσε——επαναδημοσιεύετε / επαναδημοσιεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →