επαναδιατάσσω
•
- επιχειρώ εκ νέου αναδιάταξη πραγμάτων, προσώπων ή υπηρεσιών Βικιλεξικό
- επαναφέρω συνδεσμολογία, ή σχέση, μεταξύ μερών ενός συνόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναδιατάσσω < επανα- + διατάσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →