επαναδραστηριοποιώ
•
- δραστηριοποιώ ξανά, εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναδραστηριοποιώ < επανα- + δραστηριοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναδραστηριοποιώ | επαναδραστηριοποιείς | επαναδραστηριοποιεί | επαναδραστηριοποιούμε | επαναδραστηριοποιείτε | επαναδραστηριοποιούν / επαναδραστηριοποιούνε |
| Παρατατικός | επαναδραστηριοποιούσα | επαναδραστηριοποιούσες | επαναδραστηριοποιούσε | επαναδραστηριοποιούσαμε | επαναδραστηριοποιούσατε | επαναδραστηριοποιούσαν / επαναδραστηριοποιούσανε |
| Αόριστος | επαναδραστηριοποίησα | επαναδραστηριοποίησες | επαναδραστηριοποίησε | επαναδραστηριοποιήσαμε | επαναδραστηριοποιήσατε | επαναδραστηριοποίησαν / επαναδραστηριοποιήσαν / επαναδραστηριοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα επαναδραστηριοποιήσω / θα επαναδραστηριοποιώ | θα επαναδραστηριοποιήσεις / θα επαναδραστηριοποιείς | θα επαναδραστηριοποιήσει / θα επαναδραστηριοποιεί | θα επαναδραστηριοποιήσουμε / θα επαναδραστηριοποιούμε | θα επαναδραστηριοποιήσετε / θα επαναδραστηριοποιείτε | θα επαναδραστηριοποιήσουν / θα επαναδραστηριοποιήσουνε / θα επαναδραστηριοποιούν / θα επαναδραστηριοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναδραστηριοποιήσει | έχεις επαναδραστηριοποιήσει | έχει επαναδραστηριοποιήσει | έχουμε επαναδραστηριοποιήσει | έχετε επαναδραστηριοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναδραστηριοποιήσει | είχες επαναδραστηριοποιήσει | είχε επαναδραστηριοποιήσει | είχαμε επαναδραστηριοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναδραστηριοποιήσει / να επαναδραστηριοποιήσω / να επαναδραστηριοποιώ | να έχεις επαναδραστηριοποιήσει / να επαναδραστηριοποιήσεις / να επαναδραστηριοποιείς | να έχει επαναδραστηριοποιήσει / να επαναδραστηριοποιήσει / να επαναδραστηριοποιεί | να έχουμε επαναδραστηριοποιήσει / να επαναδραστηριοποιήσουμε / να επαναδραστηριοποιούμε | να έχετε επαναδραστηριοποιήσει / να επαναδραστηριοποιήσετε / να επαναδραστηριοποιείτε | να επαναδραστηριοποιήσουν / να επαναδραστηριοποιήσουνε / να επαναδραστηριοποιούν / να επαναδραστηριοποιούνε |
| Προστακτική | — | επαναδραστηριοποίει / επαναδραστηριοποίησε | — | — | επαναδραστηριοποιήστε / επαναδραστηριοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →