Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανακάμπτω

ρήμα
•
  1. λόγιοεπιστρέφω στον τόπο από τον οποίο αναχώρησα ή σε προηγούμενη θέση Βικιλεξικό
  2. λόγιοεπανέρχομαι σε δραστηριότητα, καθήκον, θέση ή κατάσταση έπειτα από διακοπή ή απουσία Βικιλεξικό
  3. καταχρηστικάανακτώ την προηγούμενη κατάσταση, δύναμη, λειτουργία ή απόδοση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανακάμπτω < αρχαία ελληνική ἐπανακάμπτω < ἐπανα- + κάμπτω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →