επανακτώ
•
- αποκτώ και πάλι κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανακτώ < επί + ανακτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανακτώ | επανακτάς | επανακτά | επανακτούμε | επανακτάτε | επανακτούν |
| Παρατατικός | επανακτούσα | επανακτούσες | επανακτούσε | επανακτούσαμε | επανακτούσατε | επανακτούσαν |
| Αόριστος | επανάκτησα | επανάκτησες | επανάκτησε | επανακτήσαμε | επανακτήσατε | επανάκτησαν / επανακτήσαν / επανακτήσανε |
| Μέλλοντας | θα επανακτήσω / θα επανακτώ | θα επανακτάς / θα επανακτήσεις | θα επανακτά / θα επανακτήσει | θα επανακτήσουμε / θα επανακτούμε | θα επανακτάτε / θα επανακτήσετε | θα επανακτήσουν / θα επανακτήσουνε / θα επανακτούν |
| Παρακείμενος | έχω επανακτήσει | έχεις επανακτήσει | έχει επανακτήσει | έχουμε επανακτήσει | έχετε επανακτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανακτήσει | είχες επανακτήσει | είχε επανακτήσει | είχαμε επανακτήσει | είχατε επανακτήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω επανακτήσει / να επανακτήσω / να επανακτώ | να έχεις επανακτήσει / να επανακτάς / να επανακτήσεις | να έχει επανακτήσει / να επανακτά / να επανακτήσει | να έχουμε επανακτήσει / να επανακτήσουμε / να επανακτούμε | να έχετε επανακτήσει / να επανακτάτε / να επανακτήσετε | να επανακτήσουν / να επανακτήσουνε / να επανακτούν |
| Προστακτική | — | επανάκτα / επανάκταγε / επανάκτησε | — | — | επανακτάτε / επανακτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →