Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανακυκλοφορώ

ρήμα
•
  1. εκ νέου κυκλοφορώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανακυκλοφορώ < επανα- + κυκλοφορώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπανακυκλοφορώεπανακυκλοφορείςεπανακυκλοφορείεπανακυκλοφορούμεεπανακυκλοφορείτεεπανακυκλοφορούν / επανακυκλοφορούνε
Παρατατικόςεπανακυκλοφορούσαεπανακυκλοφορούσεςεπανακυκλοφορούσεεπανακυκλοφορούσαμεεπανακυκλοφορούσατεεπανακυκλοφορούσαν / επανακυκλοφορούσανε
Αόριστοςεπανακυκλοφόρησαεπανακυκλοφόρησεςεπανακυκλοφόρησεεπανακυκλοφορήσαμεεπανακυκλοφορήσατεεπανακυκλοφορήσαν / επανακυκλοφορήσανε / επανακυκλοφόρησαν
Μέλλονταςθα επανακυκλοφορήσω / θα επανακυκλοφορώθα επανακυκλοφορήσεις / θα επανακυκλοφορείςθα επανακυκλοφορήσει / θα επανακυκλοφορείθα επανακυκλοφορήσουμε / θα επανακυκλοφορούμεθα επανακυκλοφορήσετε / θα επανακυκλοφορείτεθα επανακυκλοφορήσουν / θα επανακυκλοφορήσουνε / θα επανακυκλοφορούν / θα επανακυκλοφορούνε
Παρακείμενοςέχω επανακυκλοφορήσειέχεις επανακυκλοφορήσειέχει επανακυκλοφορήσειέχουμε επανακυκλοφορήσειέχετε επανακυκλοφορήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επανακυκλοφορήσειείχες επανακυκλοφορήσειείχε επανακυκλοφορήσειείχαμε επανακυκλοφορήσει——
Υποτακτικήνα έχω επανακυκλοφορήσει / να επανακυκλοφορήσω / να επανακυκλοφορώνα έχεις επανακυκλοφορήσει / να επανακυκλοφορήσεις / να επανακυκλοφορείςνα έχει επανακυκλοφορήσει / να επανακυκλοφορήσει / να επανακυκλοφορείνα έχουμε επανακυκλοφορήσει / να επανακυκλοφορήσουμε / να επανακυκλοφορούμενα έχετε επανακυκλοφορήσει / να επανακυκλοφορήσετε / να επανακυκλοφορείτενα επανακυκλοφορήσουν / να επανακυκλοφορήσουνε / να επανακυκλοφορούν / να επανακυκλοφορούνε
Προστακτική—επανακυκλοφόρει / επανακυκλοφόρησε——επανακυκλοφορήστε / επανακυκλοφορείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →