επαναλειτουργώ
•
- για επιχειρήσεις ή μηχανέςστο τρίτο πρόσωπο, ξαναλειτουργεί κάτι που είχε πάψει να δουλεύει, να λειτουργεί Βικιλεξικό
- βρίσκομαι ξανά σε λειτουργία, σε ισχύ Βικιλεξικό
- Επαναλειτουργεί από φέτος ο διαβατηριακός έλεγχος εισόδου—εξόδου στον λιμένα της Αγίας Μαρίνας στη Λέρο. (www.ertnews.gr, 03.05.2022)
Ετυμολογία
επαναλειτουργώ < επανα- + λειτουργώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναλειτουργώ | επαναλειτουργείς | επαναλειτουργεί | επαναλειτουργούμε | επαναλειτουργείτε | επαναλειτουργούν / επαναλειτουργούνε |
| Παρατατικός | επαναλειτουργούσα | επαναλειτουργούσες | επαναλειτουργούσε | επαναλειτουργούσαμε | επαναλειτουργούσατε | επαναλειτουργούσαν / επαναλειτουργούσανε |
| Αόριστος | επαναλειτούργησα | επαναλειτούργησες | επαναλειτούργησε | επαναλειτουργήσαμε | επαναλειτουργήσατε | επαναλειτουργήσαν / επαναλειτουργήσανε / επαναλειτούργησαν |
| Μέλλοντας | θα επαναλειτουργήσω / θα επαναλειτουργώ | θα επαναλειτουργήσεις / θα επαναλειτουργείς | θα επαναλειτουργήσει / θα επαναλειτουργεί | θα επαναλειτουργήσουμε / θα επαναλειτουργούμε | θα επαναλειτουργήσετε / θα επαναλειτουργείτε | θα επαναλειτουργήσουν / θα επαναλειτουργήσουνε / θα επαναλειτουργούν / θα επαναλειτουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναλειτουργήσει | έχεις επαναλειτουργήσει | έχει επαναλειτουργήσει | έχουμε επαναλειτουργήσει | έχετε επαναλειτουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναλειτουργήσει | είχες επαναλειτουργήσει | είχε επαναλειτουργήσει | είχαμε επαναλειτουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναλειτουργήσει / να επαναλειτουργήσω / να επαναλειτουργώ | να έχεις επαναλειτουργήσει / να επαναλειτουργήσεις / να επαναλειτουργείς | να έχει επαναλειτουργήσει / να επαναλειτουργήσει / να επαναλειτουργεί | να έχουμε επαναλειτουργήσει / να επαναλειτουργήσουμε / να επαναλειτουργούμε | να έχετε επαναλειτουργήσει / να επαναλειτουργήσετε / να επαναλειτουργείτε | να επαναλειτουργήσουν / να επαναλειτουργήσουνε / να επαναλειτουργούν / να επαναλειτουργούνε |
| Προστακτική | — | επαναλειτούργει / επαναλειτούργησε | — | — | επαναλειτουργήστε / επαναλειτουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →