επανανάλυση
•
- λόγιοεκ νέου εξέταση και επεξεργασία δεδομένων, πληροφοριών ή αποτελεσμάτων με νέα μέθοδο ή υπό διαφορετική οπτική, ώστε να εξαχθούν ασφαλέστερα ή νέα συμπεράσματα Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη διαφορετική ερμηνεία μιας υπάρχουσας γλωσσικής μορφής ή δομής, που οδηγεί στη δημιουργία νέας μορφολογικής, συντακτικής ή σημασιολογικής ανάλυσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανανάλυση < επαν- + ανάλυση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reanalysis)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επανανάλυση | επαναναλύσεις |
| Γενική | επανανάλυσης | επαναναλύσεων |
| Αιτιατική | επανανάλυση | επαναναλύσεις |
| Κλητική | επανανάλυση | επαναναλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →