Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανανάλυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοεκ νέου εξέταση και επεξεργασία δεδομένων, πληροφοριών ή αποτελεσμάτων με νέα μέθοδο ή υπό διαφορετική οπτική, ώστε να εξαχθούν ασφαλέστερα ή νέα συμπεράσματα Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαη διαφορετική ερμηνεία μιας υπάρχουσας γλωσσικής μορφής ή δομής, που οδηγεί στη δημιουργία νέας μορφολογικής, συντακτικής ή σημασιολογικής ανάλυσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανανάλυση < επαν- + ανάλυση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reanalysis)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανανάλυσηεπαναναλύσεις
Γενικήεπανανάλυσηςεπαναναλύσεων
Αιτιατικήεπανανάλυσηεπαναναλύσεις
Κλητικήεπανανάλυσηεπαναναλύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →