επαναπέμπω
•
- μεταβατικόαναπέμπω ξανά Βικιλεξικό
- μεταβατικόστέλνω ξανά (επιστρέφω) σε κατώτερο διοικητικό ή δικαστικό όργανο ένα σχέδιο, πρόταση, απόφαση κλπ για να επανεξεταστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπέμπω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →