Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναπατρίζω

ρήμα
•
  1. στέλνω κάτι στην πατρίδα μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαναπατρίζω < επί + ανά + πατρίς

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπαναπατρίζωεπαναπατρίζειςεπαναπατρίζειεπαναπατρίζουμεεπαναπατρίζετεεπαναπατρίζουν / επαναπατρίζουνε
Παρατατικόςεπαναπάτριζαεπαναπάτριζεςεπαναπάτριζεεπαναπατρίζαμεεπαναπατρίζατεεπαναπάτριζαν / επαναπατρίζαν / επαναπατρίζανε
Αόριστοςεπαναπάτρισαεπαναπάτρισεςεπαναπάτρισεεπαναπατρίσαμεεπαναπατρίσατεεπαναπάτρισαν / επαναπατρίσαν / επαναπατρίσανε
Μέλλονταςθα επαναπατρίζω / θα επαναπατρίσωθα επαναπατρίζεις / θα επαναπατρίσειςθα επαναπατρίζει / θα επαναπατρίσειθα επαναπατρίζουμε / θα επαναπατρίσουμεθα επαναπατρίζετε / θα επαναπατρίσετεθα επαναπατρίζουν / θα επαναπατρίζουνε / θα επαναπατρίσουν / θα επαναπατρίσουνε
Παρακείμενοςέχω επαναπατρίσειέχεις επαναπατρίσειέχει επαναπατρίσειέχουμε επαναπατρίσειέχετε επαναπατρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επαναπατρίσειείχες επαναπατρίσειείχε επαναπατρίσειείχαμε επαναπατρίσει——
Υποτακτικήνα έχω επαναπατρίσει / να επαναπατρίζω / να επαναπατρίσωνα έχεις επαναπατρίσει / να επαναπατρίζεις / να επαναπατρίσειςνα έχει επαναπατρίσει / να επαναπατρίζει / να επαναπατρίσεινα έχουμε επαναπατρίσει / να επαναπατρίζουμε / να επαναπατρίσουμενα έχετε επαναπατρίσει / να επαναπατρίζετε / να επαναπατρίσετενα επαναπατρίζουν / να επαναπατρίζουνε / να επαναπατρίσουν / να επαναπατρίσουνε
Προστακτική—επαναπάτριζε / επαναπάτρισε——επαναπατρίζετε / επαναπατρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →