επαναπατρίζω
•
- στέλνω κάτι στην πατρίδα μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπατρίζω < επί + ανά + πατρίς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναπατρίζω | επαναπατρίζεις | επαναπατρίζει | επαναπατρίζουμε | επαναπατρίζετε | επαναπατρίζουν / επαναπατρίζουνε |
| Παρατατικός | επαναπάτριζα | επαναπάτριζες | επαναπάτριζε | επαναπατρίζαμε | επαναπατρίζατε | επαναπάτριζαν / επαναπατρίζαν / επαναπατρίζανε |
| Αόριστος | επαναπάτρισα | επαναπάτρισες | επαναπάτρισε | επαναπατρίσαμε | επαναπατρίσατε | επαναπάτρισαν / επαναπατρίσαν / επαναπατρίσανε |
| Μέλλοντας | θα επαναπατρίζω / θα επαναπατρίσω | θα επαναπατρίζεις / θα επαναπατρίσεις | θα επαναπατρίζει / θα επαναπατρίσει | θα επαναπατρίζουμε / θα επαναπατρίσουμε | θα επαναπατρίζετε / θα επαναπατρίσετε | θα επαναπατρίζουν / θα επαναπατρίζουνε / θα επαναπατρίσουν / θα επαναπατρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναπατρίσει | έχεις επαναπατρίσει | έχει επαναπατρίσει | έχουμε επαναπατρίσει | έχετε επαναπατρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναπατρίσει | είχες επαναπατρίσει | είχε επαναπατρίσει | είχαμε επαναπατρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναπατρίσει / να επαναπατρίζω / να επαναπατρίσω | να έχεις επαναπατρίσει / να επαναπατρίζεις / να επαναπατρίσεις | να έχει επαναπατρίσει / να επαναπατρίζει / να επαναπατρίσει | να έχουμε επαναπατρίσει / να επαναπατρίζουμε / να επαναπατρίσουμε | να έχετε επαναπατρίσει / να επαναπατρίζετε / να επαναπατρίσετε | να επαναπατρίζουν / να επαναπατρίζουνε / να επαναπατρίσουν / να επαναπατρίσουνε |
| Προστακτική | — | επαναπάτριζε / επαναπάτρισε | — | — | επαναπατρίζετε / επαναπατρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →