επαναπατριζόμενος
•
- που μόλις γύρισε στην πατρίδα Βικιλεξικό
- που βρίσκεται στον δρόμο προς την πατρίδα Βικιλεξικό
- που δύναται να επιστρέψει στην πατρίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπατριζόμενος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
επαναπατριζόμεναεπαναπατριζόμενεεπαναπατριζόμενεςεπαναπατριζόμενηεπαναπατριζόμενηςεπαναπατριζόμενοεπαναπατριζόμενοιεπαναπατριζόμενοςεπαναπατριζόμενουεπαναπατριζόμενουςεπαναπατριζόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →