επαναπαύομαι
•
- μένω αδρανής, επειδή πιστεύω ότι αυτά που έχω αποκτήσει ή καταφέρει μέχρι τώρα είναι αρκετά και δεν χρειάζεται να προσπαθήσω περισσότερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπαύομαι < παθητική φωνή του ρήματος επαναπαύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναπαύομαι | επαναπαύεσαι | επαναπαύεται | επαναπαυόμαστε | επαναπαύεστε | επαναπαύονται |
| Παρατατικός | επαναπαυόμουν / επαναπαυόμουνα | επαναπαυόσουν / επαναπαυόσουνα | επαναπαυόταν / επαναπαυότανε | επαναπαυόμασταν / επαναπαυόμαστε | επαναπαυόσασταν / επαναπαυόσαστε | επαναπαυόντουσαν / επαναπαύονταν |
| Αόριστος | επαναπαύτηκα | επαναπαύτηκες | επαναπαύτηκε | επαναπαυτήκαμε | επαναπαυτήκατε | επαναπαυτήκαν / επαναπαυτήκανε / επαναπαύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα επαναπαυτώ / θα επαναπαύομαι | θα επαναπαυτείς / θα επαναπαύεσαι | θα επαναπαυτεί / θα επαναπαύεται | θα επαναπαυτούμε / θα επαναπαυόμαστε | θα επαναπαυτείτε / θα επαναπαύεστε | θα επαναπαυτούν / θα επαναπαυτούνε / θα επαναπαύονται |
| Παρακείμενος | έχω επαναπαυτεί | έχεις επαναπαυτεί | έχει επαναπαυτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναπαυτεί | είχες επαναπαυτεί | είχε επαναπαυτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναπαυτεί / να επαναπαυτώ / να επαναπαύομαι | να έχεις επαναπαυτεί / να επαναπαυτείς / να επαναπαύεσαι | να έχει επαναπαυτεί / να επαναπαυτεί / να επαναπαύεται | να επαναπαυτούμε / να επαναπαυόμαστε | να επαναπαυτείτε / να επαναπαύεστε | να επαναπαυτούν / να επαναπαυτούνε / να επαναπαύονται |
| Προστακτική | — | επαναπαύου / επαναπαύσου | — | — | επαναπαυτείτε / επαναπαύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →