επαναπρογραμματίζω
•
- γενικότεραπρογραμματίζω κάτι εκ νέου, ορίζοντας νέα ημερομηνία, ώρα ή σχέδιο πραγματοποίησης (π.χ. συνάντηση, πτήση, εργασία ή άλλη προγραμματισμένη ενέργεια) Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπηρεάζω ή αλλάζω ριζικά τον τρόπο σκέψης, τις συνήθειες ή τη συμπεριφορά κάποιου, ώστε να υιοθετήσει νέο πρότυπο αντίληψης ή δράσης Βικιλεξικό
- πληροφορικήτροποποιώ ή εγκαθιστώ εκ νέου λογισμικό, ρυθμίσεις ή κώδικα συσκευής ή συστήματος, ώστε να λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο Βικιλεξικό
- βιολογίαμεταβάλλω πειραματικά τη λειτουργική κατάσταση κυττάρων ή το πρότυπο έκφρασης γονιδίων, ώστε να αποκτήσουν νέα ιδιότητες ή λειτουργίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναπρογραμματίζω < επανα- + προγραμματίζω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reprogram)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναπρογραμματίζω | επαναπρογραμματίζεις | επαναπρογραμματίζει | επαναπρογραμματίζουμε | επαναπρογραμματίζετε | επαναπρογραμματίζουν / επαναπρογραμματίζουνε |
| Παρατατικός | επαναπρογραμμάτιζα | επαναπρογραμμάτιζες | επαναπρογραμμάτιζε | επαναπρογραμματίζαμε | επαναπρογραμματίζατε | επαναπρογραμμάτιζαν / επαναπρογραμματίζαν / επαναπρογραμματίζανε |
| Αόριστος | επαναπρογραμμάτισα | επαναπρογραμμάτισες | επαναπρογραμμάτισε | επαναπρογραμματίσαμε | επαναπρογραμματίσατε | επαναπρογραμμάτισαν / επαναπρογραμματίσαν / επαναπρογραμματίσανε |
| Μέλλοντας | θα επαναπρογραμματίζω / θα επαναπρογραμματίσω | θα επαναπρογραμματίζεις / θα επαναπρογραμματίσεις | θα επαναπρογραμματίζει / θα επαναπρογραμματίσει | θα επαναπρογραμματίζουμε / θα επαναπρογραμματίσουμε | θα επαναπρογραμματίζετε / θα επαναπρογραμματίσετε | θα επαναπρογραμματίζουν / θα επαναπρογραμματίζουνε / θα επαναπρογραμματίσουν / θα επαναπρογραμματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναπρογραμματίσει | έχεις επαναπρογραμματίσει | έχει επαναπρογραμματίσει | έχουμε επαναπρογραμματίσει | έχετε επαναπρογραμματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναπρογραμματίσει | είχες επαναπρογραμματίσει | είχε επαναπρογραμματίσει | είχαμε επαναπρογραμματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζω / να επαναπρογραμματίσω | να έχεις επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζεις / να επαναπρογραμματίσεις | να έχει επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζει / να επαναπρογραμματίσει | να έχουμε επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζουμε / να επαναπρογραμματίσουμε | να έχετε επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζετε / να επαναπρογραμματίσετε | να επαναπρογραμματίζουν / να επαναπρογραμματίζουνε / να επαναπρογραμματίσουν / να επαναπρογραμματίσουνε |
| Προστακτική | — | επαναπρογραμμάτιζε / επαναπρογραμμάτισε | — | — | επαναπρογραμματίζετε / επαναπρογραμματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →