Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαναπρογραμματίζω

ρήμα
•
  1. γενικότεραπρογραμματίζω κάτι εκ νέου, ορίζοντας νέα ημερομηνία, ώρα ή σχέδιο πραγματοποίησης (π.χ. συνάντηση, πτήση, εργασία ή άλλη προγραμματισμένη ενέργεια) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεπηρεάζω ή αλλάζω ριζικά τον τρόπο σκέψης, τις συνήθειες ή τη συμπεριφορά κάποιου, ώστε να υιοθετήσει νέο πρότυπο αντίληψης ή δράσης Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήτροποποιώ ή εγκαθιστώ εκ νέου λογισμικό, ρυθμίσεις ή κώδικα συσκευής ή συστήματος, ώστε να λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο Βικιλεξικό
  4. βιολογίαμεταβάλλω πειραματικά τη λειτουργική κατάσταση κυττάρων ή το πρότυπο έκφρασης γονιδίων, ώστε να αποκτήσουν νέα ιδιότητες ή λειτουργίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαναπρογραμματίζω < επανα- + προγραμματίζω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reprogram)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπαναπρογραμματίζωεπαναπρογραμματίζειςεπαναπρογραμματίζειεπαναπρογραμματίζουμεεπαναπρογραμματίζετεεπαναπρογραμματίζουν / επαναπρογραμματίζουνε
Παρατατικόςεπαναπρογραμμάτιζαεπαναπρογραμμάτιζεςεπαναπρογραμμάτιζεεπαναπρογραμματίζαμεεπαναπρογραμματίζατεεπαναπρογραμμάτιζαν / επαναπρογραμματίζαν / επαναπρογραμματίζανε
Αόριστοςεπαναπρογραμμάτισαεπαναπρογραμμάτισεςεπαναπρογραμμάτισεεπαναπρογραμματίσαμεεπαναπρογραμματίσατεεπαναπρογραμμάτισαν / επαναπρογραμματίσαν / επαναπρογραμματίσανε
Μέλλονταςθα επαναπρογραμματίζω / θα επαναπρογραμματίσωθα επαναπρογραμματίζεις / θα επαναπρογραμματίσειςθα επαναπρογραμματίζει / θα επαναπρογραμματίσειθα επαναπρογραμματίζουμε / θα επαναπρογραμματίσουμεθα επαναπρογραμματίζετε / θα επαναπρογραμματίσετεθα επαναπρογραμματίζουν / θα επαναπρογραμματίζουνε / θα επαναπρογραμματίσουν / θα επαναπρογραμματίσουνε
Παρακείμενοςέχω επαναπρογραμματίσειέχεις επαναπρογραμματίσειέχει επαναπρογραμματίσειέχουμε επαναπρογραμματίσειέχετε επαναπρογραμματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επαναπρογραμματίσειείχες επαναπρογραμματίσειείχε επαναπρογραμματίσειείχαμε επαναπρογραμματίσει——
Υποτακτικήνα έχω επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζω / να επαναπρογραμματίσωνα έχεις επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζεις / να επαναπρογραμματίσειςνα έχει επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζει / να επαναπρογραμματίσεινα έχουμε επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζουμε / να επαναπρογραμματίσουμενα έχετε επαναπρογραμματίσει / να επαναπρογραμματίζετε / να επαναπρογραμματίσετενα επαναπρογραμματίζουν / να επαναπρογραμματίζουνε / να επαναπρογραμματίσουν / να επαναπρογραμματίσουνε
Προστακτική—επαναπρογραμμάτιζε / επαναπρογραμμάτισε——επαναπρογραμματίζετε / επαναπρογραμματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →