επαναστατικότητα
•
- η ιδιότητα του επαναστάτη, το να είναι κάποιος επαναστατικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναστατικότητα < επαναστατικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαναστατικότητα | επαναστατικότητες |
| Γενική | επαναστατικότητας | επαναστατικοτήτων |
| Αιτιατική | επαναστατικότητα | επαναστατικότητες |
| Κλητική | επαναστατικότητα | επαναστατικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →