Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανασυνθέτω

/e.pa.na.sinˈθe.to/ρήμα
•
  1. συνθέτω εκ νέου Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαδημιουργώ αμάρτυρη ρίζα ή τύπο βάσει τεκμηριωμένων τύπων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανασυνθέτω < επανα- + συνθέτω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπανασυνθέτωεπανασυνθέτειςεπανασυνθέτειεπανασυνθέτουμεεπανασυνθέτετεεπανασυνθέτουν / επανασυνθέτουνε
Παρατατικόςεπανασυνέθεταεπανασυνέθετεςεπανασυνέθετεεπανασυνθέταμεεπανασυνθέτατεεπανασυνέθεταν / επανασυνθέταν / επανασυνθέτανε
Αόριστοςεπανασυνέθεσαεπανασυνέθεσεςεπανασυνέθεσεεπανασυνθέσαμεεπανασυνθέσατεεπανασυνέθεσαν / επανασυνθέσαν / επανασυνθέσανε
Μέλλονταςθα επανασυνθέσω / θα επανασυνθέτωθα επανασυνθέσεις / θα επανασυνθέτειςθα επανασυνθέσει / θα επανασυνθέτειθα επανασυνθέσουμε / θα επανασυνθέτουμεθα επανασυνθέσετε / θα επανασυνθέτετεθα επανασυνθέσουν / θα επανασυνθέσουνε / θα επανασυνθέτουν / θα επανασυνθέτουνε
Παρακείμενοςέχω επανασυνθέσειέχεις επανασυνθέσειέχει επανασυνθέσει———
Υπερσυντέλικοςείχα επανασυνθέσειείχες επανασυνθέσειείχε επανασυνθέσει———
Υποτακτικήνα έχω επανασυνθέσει / να επανασυνθέσω / να επανασυνθέτωνα έχεις επανασυνθέσει / να επανασυνθέσεις / να επανασυνθέτειςνα έχει επανασυνθέσει / να επανασυνθέσει / να επανασυνθέτεινα επανασυνθέσουμε / να επανασυνθέτουμενα επανασυνθέσετε / να επανασυνθέτετενα επανασυνθέσουν / να επανασυνθέσουνε / να επανασυνθέτουν / να επανασυνθέτουνε
Προστακτική—έχε επανασυντεθειμένο / επανασύνθεσε / επανασύνθετε——επανασυνθέστε / επανασυνθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →