επανασυνθέτω
•
- συνθέτω εκ νέου Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαδημιουργώ αμάρτυρη ρίζα ή τύπο βάσει τεκμηριωμένων τύπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανασυνθέτω < επανα- + συνθέτω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανασυνθέτω | επανασυνθέτεις | επανασυνθέτει | επανασυνθέτουμε | επανασυνθέτετε | επανασυνθέτουν / επανασυνθέτουνε |
| Παρατατικός | επανασυνέθετα | επανασυνέθετες | επανασυνέθετε | επανασυνθέταμε | επανασυνθέτατε | επανασυνέθεταν / επανασυνθέταν / επανασυνθέτανε |
| Αόριστος | επανασυνέθεσα | επανασυνέθεσες | επανασυνέθεσε | επανασυνθέσαμε | επανασυνθέσατε | επανασυνέθεσαν / επανασυνθέσαν / επανασυνθέσανε |
| Μέλλοντας | θα επανασυνθέσω / θα επανασυνθέτω | θα επανασυνθέσεις / θα επανασυνθέτεις | θα επανασυνθέσει / θα επανασυνθέτει | θα επανασυνθέσουμε / θα επανασυνθέτουμε | θα επανασυνθέσετε / θα επανασυνθέτετε | θα επανασυνθέσουν / θα επανασυνθέσουνε / θα επανασυνθέτουν / θα επανασυνθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω επανασυνθέσει | έχεις επανασυνθέσει | έχει επανασυνθέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανασυνθέσει | είχες επανασυνθέσει | είχε επανασυνθέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανασυνθέσει / να επανασυνθέσω / να επανασυνθέτω | να έχεις επανασυνθέσει / να επανασυνθέσεις / να επανασυνθέτεις | να έχει επανασυνθέσει / να επανασυνθέσει / να επανασυνθέτει | να επανασυνθέσουμε / να επανασυνθέτουμε | να επανασυνθέσετε / να επανασυνθέτετε | να επανασυνθέσουν / να επανασυνθέσουνε / να επανασυνθέτουν / να επανασυνθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε επανασυντεθειμένο / επανασύνθεσε / επανασύνθετε | — | — | επανασυνθέστε / επανασυνθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →