επανατοποθετούμαι
•
- για αντικείμεναστο τρίτο πρόσωπο, μπαίνει ξανά στη θέση του Βικιλεξικό
- Επανατοποθετείται πολύ εύκολα, δυο λεπτά θα κάνετε
- ξανατοποθετούμαι σε ενα ζήτημα, τοποθετούμαι εκ νέου αλλάζοντας κάπως ή και πολύ την προηγούμενη τοποθέτησή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανατοποθετούμαι < παθητικό του επανατοποθετώ < επί και ανά + τοποθετώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →