επαναφορά
•
- η επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση Βικιλεξικό
- Ζητοῦν μιὰν οἰαδήποτε λύση γιὰ τὴν επαναφορά τοῦ τόπου σὲ μιὰ σταθερὴ κατάσταση. (Περικλής Βυζάντιος 1893- 1972, Ἡ ζωὴ ἑνὸς ζωγράφου, Αθήνα 1994)
- σχήμα λόγουη συνεχής επανάληψη της ίδιας λέξης, φράσης ή θέματος Βικιλεξικό
- Η επαναφορά του ίδιου θέματος στη Βουλή καταντάει κακοστημένο θέατρο.
- Η επαναφορά του «Όλα στο φως». (Τίτλος άρθρου στο διαδίκτυο)
- επιστήμηη κατεργασία βαμμένων μετάλλων με αναθέρμανση, για να μαλακώσουν Βικιλεξικό
- Κατά την επαναφορά του χάλυβα, μειώνονται οι εσωτερικές τάσεις που προκάλεσε η βαφή.
- πληροφορικήreturn: το πλήκτρο της επιστροφής του κυλίνδρου της γραφομηχανής (γνωστό παλιότερα και ως ἐπαναφορεύς), καθώς και το πλήκτρο της επιστροφής στην αρχή της γραμμής στον υπολογιστή (πιο γνωστό με τον αγγλικό όρο return) Βικιλεξικό
- πληροφορικήrevert: η επιστροφή λογισμικού ή γενικότερα δεδομένων σε προηγούμενη κατάσταση, όπως στην περίπτωση των συναλλαγών (transactions) σε βάσεις δεδομένων ή στις αναθεωρήσεις σε ένα σύστημα ελέγχου πηγαίου κώδικα (source control) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπαναφορά (απόδοση, παραπομπή), ελληνιστική σημασία: επανάληψη < ἐπαναφέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαναφορά | επαναφορές |
| Γενική | επαναφοράς | επαναφορών |
| Αιτιατική | επαναφορά | επαναφορές |
| Κλητική | επαναφορά | επαναφορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →