επαναφορτίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος επαναφορτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναφορτίζομαι | επαναφορτίζεσαι | επαναφορτίζεται | επαναφορτιζόμαστε | επαναφορτίζεστε | επαναφορτίζονται |
| Παρατατικός | επαναφορτιζόμουν / επαναφορτιζόμουνα | επαναφορτιζόσουν / επαναφορτιζόσουνα | επαναφορτιζόταν / επαναφορτιζότανε | επαναφορτιζόμασταν / επαναφορτιζόμαστε | επαναφορτιζόσασταν / επαναφορτιζόσαστε | επαναφορτίζονταν / επαναφορτιζόντουσαν |
| Αόριστος | επαναφορτίστηκα | επαναφορτίστηκες | επαναφορτίστηκε | επαναφορτιστήκαμε | επαναφορτιστήκατε | επαναφορτίστηκαν / επαναφορτιστήκαν / επαναφορτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα επαναφορτίζομαι / θα επαναφορτιστώ | θα επαναφορτίζεσαι / θα επαναφορτιστείς | θα επαναφορτίζεται / θα επαναφορτιστεί | θα επαναφορτιζόμαστε / θα επαναφορτιστούμε | θα επαναφορτίζεστε / θα επαναφορτιστείτε | θα επαναφορτίζονται / θα επαναφορτιστούν / θα επαναφορτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναφορτιστεί | έχεις επαναφορτιστεί | έχει επαναφορτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναφορτιστεί | είχες επαναφορτιστεί | είχε επαναφορτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναφορτιστεί / να επαναφορτίζομαι / να επαναφορτιστώ | να έχεις επαναφορτιστεί / να επαναφορτίζεσαι / να επαναφορτιστείς | να έχει επαναφορτιστεί / να επαναφορτίζεται / να επαναφορτιστεί | να επαναφορτιζόμαστε / να επαναφορτιστούμε | να επαναφορτίζεστε / να επαναφορτιστείτε | να επαναφορτίζονται / να επαναφορτιστούν / να επαναφορτιστούνε |
| Προστακτική | — | επαναφορτίζου / επαναφορτίσου | — | — | επαναφορτίζεστε / επαναφορτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →