επαναχάραξη
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναχαράσσω Βικιλεξικό
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναχαράσσω Βικιλεξικό
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επαναχαράσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναχάραξη < επαναχαράσσω + -ξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαναχάραξη | επαναχαράξεις |
| Γενική | επαναχάραξης | επαναχαράξεων |
| Αιτιατική | επαναχάραξη | επαναχαράξεις |
| Κλητική | επαναχάραξη | επαναχαράξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →