Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανεγγραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να επανεγγράφω κάποιο πρόσωπο, στοιχείο ή αντικείμενο σε μητρώο, κατάλογο ή άλλη επίσημη καταχώριση Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της εκ νέου εγγραφής δεδομένων σε μέσο αποθήκευσης, συνήθως με αντικατάσταση των προϋπαρχόντων Βικιλεξικό
  3. η εγγραφή νέου ήχου, εικόνας ή δεδομένων πάνω από προϋπάρχουσα εγγραφή σε μαγνητικό μέσο ή επανεγγράψιμο οπτικό δίσκο Βικιλεξικό
  4. η γραφή νέου κειμένου πάνω σε περγαμηνή από την οποία έχει αφαιρεθεί ή αποσβεστεί παλαιότερο κείμενο Βικιλεξικό
  5. η εκ νέου σύνταξη ή διατύπωση ενός κειμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανεγγραφή < επανεγγράφω + -ή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανεγγραφήεπανεγγραφές
Γενικήεπανεγγραφήςεπανεγγραφών
Αιτιατικήεπανεγγραφήεπανεγγραφές
Κλητικήεπανεγγραφήεπανεγγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →