επανεγγραφή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να επανεγγράφω κάποιο πρόσωπο, στοιχείο ή αντικείμενο σε μητρώο, κατάλογο ή άλλη επίσημη καταχώριση Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της εκ νέου εγγραφής δεδομένων σε μέσο αποθήκευσης, συνήθως με αντικατάσταση των προϋπαρχόντων Βικιλεξικό
- η εγγραφή νέου ήχου, εικόνας ή δεδομένων πάνω από προϋπάρχουσα εγγραφή σε μαγνητικό μέσο ή επανεγγράψιμο οπτικό δίσκο Βικιλεξικό
- η γραφή νέου κειμένου πάνω σε περγαμηνή από την οποία έχει αφαιρεθεί ή αποσβεστεί παλαιότερο κείμενο Βικιλεξικό
- η εκ νέου σύνταξη ή διατύπωση ενός κειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανεγγραφή < επανεγγράφω + -ή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επανεγγραφή | επανεγγραφές |
| Γενική | επανεγγραφής | επανεγγραφών |
| Αιτιατική | επανεγγραφή | επανεγγραφές |
| Κλητική | επανεγγραφή | επανεγγραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →