Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανεισδοχή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επίσημοη διαδικασία και η υποχρέωση ενός κράτους να δέχεται πίσω στην επικράτειά του άτομα που διαμένουν παράνομα σε άλλη χώρα, είτε αυτά είναι δικοί του υπήκοοι είτε υπήκοοι τρίτων χωρών που πέρασαν από το έδαφός του Βικιλεξικό
    • Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικτα, τόμος 8, 1996, σελ. 270, 1996)
  2. επίσημοη επανένταξη σε έναν πολιτικό οργανισμό ή συμμαχία Βικιλεξικό
    • Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, έχοντας αποκαταστήσει τις βασικές πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, κατέθεσε αίτηση για την επανεισδοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση της δικτατορίας, προλαμβάνοντας την αποβολή της λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Λιβάνη, 2002, σελ. 135)

Ετυμολογία

επανεισδοχή < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réadmission

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανεισδοχήεπανεισδοχές
Γενικήεπανεισδοχήςεπανεισδοχών
Αιτιατικήεπανεισδοχήεπανεισδοχές
Κλητικήεπανεισδοχήεπανεισδοχές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →