Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανεκλογή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκλογή κάποιου σε ένα αιρετό αξίωμα για δεύτερη (ή και τρίτη κ.ο.κ) φορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανεκλογή < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανεκλογήεπανεκλογές
Γενικήεπανεκλογήςεπανεκλογών
Αιτιατικήεπανεκλογήεπανεκλογές
Κλητικήεπανεκλογήεπανεκλογές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →