επανεμφανίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος επανεμφανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανεμφανίζομαι | επανεμφανίζεσαι | επανεμφανίζεται | επανεμφανιζόμαστε | επανεμφανίζεστε | επανεμφανίζονται |
| Παρατατικός | επανεμφανιζόμουν / επανεμφανιζόμουνα | επανεμφανιζόσουν / επανεμφανιζόσουνα | επανεμφανιζόταν / επανεμφανιζότανε | επανεμφανιζόμασταν / επανεμφανιζόμαστε | επανεμφανιζόσασταν / επανεμφανιζόσαστε | επανεμφανίζονταν / επανεμφανιζόντουσαν |
| Αόριστος | επανεμφανίστηκα | επανεμφανίστηκες | επανεμφανίστηκε | επανεμφανιστήκαμε | επανεμφανιστήκατε | επανεμφανίστηκαν / επανεμφανιστήκαν / επανεμφανιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα επανεμφανίζομαι / θα επανεμφανιστώ | θα επανεμφανίζεσαι / θα επανεμφανιστείς | θα επανεμφανίζεται / θα επανεμφανιστεί | θα επανεμφανιζόμαστε / θα επανεμφανιστούμε | θα επανεμφανίζεστε / θα επανεμφανιστείτε | θα επανεμφανίζονται / θα επανεμφανιστούν / θα επανεμφανιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω επανεμφανιστεί | έχεις επανεμφανιστεί | έχει επανεμφανιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανεμφανιστεί | είχες επανεμφανιστεί | είχε επανεμφανιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανεμφανιστεί / να επανεμφανίζομαι / να επανεμφανιστώ | να έχεις επανεμφανιστεί / να επανεμφανίζεσαι / να επανεμφανιστείς | να έχει επανεμφανιστεί / να επανεμφανίζεται / να επανεμφανιστεί | να επανεμφανιζόμαστε / να επανεμφανιστούμε | να επανεμφανίζεστε / να επανεμφανιστείτε | να επανεμφανίζονται / να επανεμφανιστούν / να επανεμφανιστούνε |
| Προστακτική | — | επανεμφανίζου / επανεμφανίσου | — | — | επανεμφανίζεστε / επανεμφανιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →