Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανεξεταστέος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επανεξεταστέος (εκπαίδευση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανεξεταστέος < επαν- + εξεταστέος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπανεξεταστέα / επανεξεταστέος / επανεξεταστέοεπανεξεταστέες / επανεξεταστέοι / επανεξεταστέα
Γενικήεπανεξεταστέας / επανεξεταστέου / επανεξεταστέουεπανεξεταστέων / επανεξεταστέων / επανεξεταστέων
Αιτιατικήεπανεξεταστέα / επανεξεταστέο / επανεξεταστέοεπανεξεταστέες / επανεξεταστέους / επανεξεταστέα
Κλητικήεπανεξεταστέα / επανεξεταστέε / επανεξεταστέοεπανεξεταστέες / επανεξεταστέοι / επανεξεταστέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

επανεξεταστέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γενικότεραυποψήφιος που χρειάζεται να διαγωνιστεί, να εξεταστεί ξανά, εκ νέου Βικιλεξικό
  2. ειδικότερασυνώνυμο του μετεξεταστέος και ανεξεταστέος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανεξεταστέος < επαν- + εξεταστέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπανεξεταστέοςεπανεξεταστέαεπανεξεταστέο
Γενικήεπανεξεταστέουεπανεξεταστέαςεπανεξεταστέου
Αιτιατικήεπανεξεταστέοεπανεξεταστέαεπανεξεταστέο
Κλητικήεπανεξεταστέεεπανεξεταστέαεπανεξεταστέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπανεξεταστέοιεπανεξεταστέεςεπανεξεταστέα
Γενικήεπανεξεταστέωνεπανεξεταστέωνεπανεξεταστέων
Αιτιατικήεπανεξεταστέουςεπανεξεταστέεςεπανεξεταστέα
Κλητικήεπανεξεταστέοιεπανεξεταστέεςεπανεξεταστέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →