επανεπικαιροποίηση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεπικαιροποιώ Βικιλεξικό
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επανεπικαιροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανεπικαιροποίηση < επαν- + επικαιροποίηση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réactualisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επανεπικαιροποίηση | επανεπικαιροποιήσεις |
| Γενική | επανεπικαιροποίησης | επανεπικαιροποιήσεων |
| Αιτιατική | επανεπικαιροποίηση | επανεπικαιροποιήσεις |
| Κλητική | επανεπικαιροποίηση | επανεπικαιροποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →