Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επανυπολογίζω

ρήμα
•
  1. υπολογίζω ξανά ένα μέγεθος, ποσό ή δεδομένα, ύστερα από μεταβολή, διόρθωση ή επανεξέταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επανυπολογίζω < επαν- + υπολογίζω ::μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική recalculate ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική recalculer

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπανυπολογίζωεπανυπολογίζειςεπανυπολογίζειεπανυπολογίζουμεεπανυπολογίζετεεπανυπολογίζουν / επανυπολογίζουνε
Παρατατικόςεπανυπολόγιζαεπανυπολόγιζεςεπανυπολόγιζεεπανυπολογίζαμεεπανυπολογίζατεεπανυπολογίζαν / επανυπολογίζανε / επανυπολόγιζαν
Αόριστοςεπανυπολόγισαεπανυπολόγισεςεπανυπολόγισεεπανυπολογίσαμεεπανυπολογίσατεεπανυπολογίσαν / επανυπολογίσανε / επανυπολόγισαν
Μέλλονταςθα επανυπολογίζω / θα επανυπολογίσωθα επανυπολογίζεις / θα επανυπολογίσειςθα επανυπολογίζει / θα επανυπολογίσειθα επανυπολογίζουμε / θα επανυπολογίσουμεθα επανυπολογίζετε / θα επανυπολογίσετεθα επανυπολογίζουν / θα επανυπολογίζουνε / θα επανυπολογίσουν / θα επανυπολογίσουνε
Παρακείμενοςέχω επανυπολογίσειέχεις επανυπολογίσειέχει επανυπολογίσειέχουμε επανυπολογίσειέχετε επανυπολογίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επανυπολογίσειείχες επανυπολογίσειείχε επανυπολογίσειείχαμε επανυπολογίσει——
Υποτακτικήνα έχω επανυπολογίσει / να επανυπολογίζω / να επανυπολογίσωνα έχεις επανυπολογίσει / να επανυπολογίζεις / να επανυπολογίσειςνα έχει επανυπολογίσει / να επανυπολογίζει / να επανυπολογίσεινα έχουμε επανυπολογίσει / να επανυπολογίζουμε / να επανυπολογίσουμενα έχετε επανυπολογίσει / να επανυπολογίζετε / να επανυπολογίσετενα επανυπολογίζουν / να επανυπολογίζουνε / να επανυπολογίσουν / να επανυπολογίσουνε
Προστακτική—επανυπολόγιζε / επανυπολόγισε——επανυπολογίζετε / επανυπολογίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →