επανυπολογίζω
•
- υπολογίζω ξανά ένα μέγεθος, ποσό ή δεδομένα, ύστερα από μεταβολή, διόρθωση ή επανεξέταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανυπολογίζω < επαν- + υπολογίζω ::μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική recalculate ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική recalculer
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανυπολογίζω | επανυπολογίζεις | επανυπολογίζει | επανυπολογίζουμε | επανυπολογίζετε | επανυπολογίζουν / επανυπολογίζουνε |
| Παρατατικός | επανυπολόγιζα | επανυπολόγιζες | επανυπολόγιζε | επανυπολογίζαμε | επανυπολογίζατε | επανυπολογίζαν / επανυπολογίζανε / επανυπολόγιζαν |
| Αόριστος | επανυπολόγισα | επανυπολόγισες | επανυπολόγισε | επανυπολογίσαμε | επανυπολογίσατε | επανυπολογίσαν / επανυπολογίσανε / επανυπολόγισαν |
| Μέλλοντας | θα επανυπολογίζω / θα επανυπολογίσω | θα επανυπολογίζεις / θα επανυπολογίσεις | θα επανυπολογίζει / θα επανυπολογίσει | θα επανυπολογίζουμε / θα επανυπολογίσουμε | θα επανυπολογίζετε / θα επανυπολογίσετε | θα επανυπολογίζουν / θα επανυπολογίζουνε / θα επανυπολογίσουν / θα επανυπολογίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επανυπολογίσει | έχεις επανυπολογίσει | έχει επανυπολογίσει | έχουμε επανυπολογίσει | έχετε επανυπολογίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανυπολογίσει | είχες επανυπολογίσει | είχε επανυπολογίσει | είχαμε επανυπολογίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανυπολογίσει / να επανυπολογίζω / να επανυπολογίσω | να έχεις επανυπολογίσει / να επανυπολογίζεις / να επανυπολογίσεις | να έχει επανυπολογίσει / να επανυπολογίζει / να επανυπολογίσει | να έχουμε επανυπολογίσει / να επανυπολογίζουμε / να επανυπολογίσουμε | να έχετε επανυπολογίσει / να επανυπολογίζετε / να επανυπολογίσετε | να επανυπολογίζουν / να επανυπολογίζουνε / να επανυπολογίσουν / να επανυπολογίσουνε |
| Προστακτική | — | επανυπολόγιζε / επανυπολόγισε | — | — | επανυπολογίζετε / επανυπολογίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →