επαργυρώνω
•
- καλύπτω ένα αντικείμενο με άργυρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαργυρώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαργυρώνω | επαργυρώνεις | επαργυρώνει | επαργυρώνουμε | επαργυρώνετε | επαργυρώνουν / επαργυρώνουνε |
| Παρατατικός | επαργύρωνα | επαργύρωνες | επαργύρωνε | επαργυρώναμε | επαργυρώνατε | επαργυρώναν / επαργυρώνανε / επαργύρωναν |
| Αόριστος | επαργύρωσα | επαργύρωσες | επαργύρωσε | επαργυρώσαμε | επαργυρώσατε | επαργυρώσαν / επαργυρώσανε / επαργύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα επαργυρώνω / θα επαργυρώσω | θα επαργυρώνεις / θα επαργυρώσεις | θα επαργυρώνει / θα επαργυρώσει | θα επαργυρώνουμε / θα επαργυρώσουμε | θα επαργυρώνετε / θα επαργυρώσετε | θα επαργυρώνουν / θα επαργυρώνουνε / θα επαργυρώσουν / θα επαργυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαργυρώσει | έχεις επαργυρώσει | έχει επαργυρώσει | έχουμε επαργυρώσει | έχετε επαργυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαργυρώσει | είχες επαργυρώσει | είχε επαργυρώσει | είχαμε επαργυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαργυρώσει / να επαργυρώνω / να επαργυρώσω | να έχεις επαργυρώσει / να επαργυρώνεις / να επαργυρώσεις | να έχει επαργυρώσει / να επαργυρώνει / να επαργυρώσει | να έχουμε επαργυρώσει / να επαργυρώνουμε / να επαργυρώσουμε | να έχετε επαργυρώσει / να επαργυρώνετε / να επαργυρώσετε | να επαργυρώνουν / να επαργυρώνουνε / να επαργυρώσουν / να επαργυρώσουνε |
| Προστακτική | — | επαργύρωνε / επαργύρωσε | — | — | επαργυρώνετε / επαργυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →