επαρκώ
•
- είμαι αρκετός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαρκώ < αρχαία ελληνική ἐπαρκέω / ἐπαρκῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαρκώ | επαρκείς | επαρκεί | επαρκούμε | επαρκείτε | επαρκούν / επαρκούνε |
| Παρατατικός | επαρκούσα | επαρκούσες | επαρκούσε | επαρκούσαμε | επαρκούσατε | επαρκούσαν / επαρκούσανε |
| Αόριστος | επάρκεσα | επάρκεσες | επάρκεσε | επαρκέσαμε | επαρκέσατε | επάρκεσαν / επαρκέσαν / επαρκέσανε |
| Μέλλοντας | θα επαρκέσω / θα επαρκώ | θα επαρκέσεις / θα επαρκείς | θα επαρκέσει / θα επαρκεί | θα επαρκέσουμε / θα επαρκούμε | θα επαρκέσετε / θα επαρκείτε | θα επαρκέσουν / θα επαρκέσουνε / θα επαρκούν / θα επαρκούνε |
| Παρακείμενος | έχω επαρκέσει | έχεις επαρκέσει | έχει επαρκέσει | έχουμε επαρκέσει | έχετε επαρκέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαρκέσει | είχες επαρκέσει | είχε επαρκέσει | είχαμε επαρκέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαρκέσει / να επαρκέσω / να επαρκώ | να έχεις επαρκέσει / να επαρκέσεις / να επαρκείς | να έχει επαρκέσει / να επαρκέσει / να επαρκεί | να έχουμε επαρκέσει / να επαρκέσουμε / να επαρκούμε | να έχετε επαρκέσει / να επαρκέσετε / να επαρκείτε | να επαρκέσουν / να επαρκέσουνε / να επαρκούν / να επαρκούνε |
| Προστακτική | — | επάρκει / επάρκεσε | — | — | επαρκέστε / επαρκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →