επαρχιακά
•
- με επαρχιακό τρόπο Βικιλεξικό
- στην επαρχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαρχιακά < επαρχιακ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
επαρχιακά < επαρχιακ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →