Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαρχιακά

επίρρημα
•
  1. με επαρχιακό τρόπο Βικιλεξικό
  2. στην επαρχία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαρχιακά < επαρχιακ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →