Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαρχιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επαρχία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαρχιακός < επαρχία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαρχιακόςεπαρχιακήεπαρχιακό
Γενικήεπαρχιακούεπαρχιακήςεπαρχιακού
Αιτιατικήεπαρχιακόεπαρχιακήεπαρχιακό
Κλητικήεπαρχιακέεπαρχιακήεπαρχιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαρχιακοίεπαρχιακέςεπαρχιακά
Γενικήεπαρχιακώνεπαρχιακώνεπαρχιακών
Αιτιατικήεπαρχιακούςεπαρχιακέςεπαρχιακά
Κλητικήεπαρχιακοίεπαρχιακέςεπαρχιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →