Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαρχιωτισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόη νοοτροπία των κατοίκων της επαρχίας σε αντιπαράθεση με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής των μεγάλων αστικών κέντρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επαρχιωτισμός < επαρχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπαρχιωτισμόςεπαρχιωτισμοί
Γενικήεπαρχιωτισμούεπαρχιωτισμών
Αιτιατικήεπαρχιωτισμόεπαρχιωτισμούς
Κλητικήεπαρχιωτισμέεπαρχιωτισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →