επαρχιωτόπουλο
•
- αγόρι ή, γενικότερα, παιδί που κατάγεται από την επαρχία ή ζει σε αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαρχιωτόπουλο < επαρχιώτης + -όπουλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαρχιωτόπουλο | επαρχιωτόπουλα |
| Γενική | επαρχιωτόπουλου | επαρχιωτόπουλων |
| Αιτιατική | επαρχιωτόπουλο | επαρχιωτόπουλα |
| Κλητική | επαρχιωτόπουλο | επαρχιωτόπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →