επαρχιώτισσα
•
- επαρχιώτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαρχιώτισσα < επαρχιώτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαρχιώτισσα | επαρχιώτισσες |
| Γενική | επαρχιώτισσας | επαρχιωτισσών |
| Αιτιατική | επαρχιώτισσα | επαρχιώτισσες |
| Κλητική | επαρχιώτισσα | επαρχιώτισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →