επαυξάνω
•
- αυξάνω μετά από προηγούμενη αύξηση, μεγαλώνω κι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαυξάνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαυξάνω | επαυξάνεις | επαυξάνει | επαυξάνουμε | επαυξάνετε | επαυξάνουν / επαυξάνουνε |
| Παρατατικός | επαύξανα | επαύξανες | επαύξανε | επαυξάναμε | επαυξάνατε | επαυξάναν / επαυξάνανε / επαύξαναν |
| Αόριστος | επαύξησα | επαύξησες | επαύξησε | επαυξήσαμε | επαυξήσατε | επαυξήσαν / επαυξήσανε / επαύξησαν |
| Μέλλοντας | θα επαυξάνω / θα επαυξήσω | θα επαυξάνεις / θα επαυξήσεις | θα επαυξάνει / θα επαυξήσει | θα επαυξάνουμε / θα επαυξήσουμε | θα επαυξάνετε / θα επαυξήσετε | θα επαυξάνουν / θα επαυξάνουνε / θα επαυξήσουν / θα επαυξήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαυξήσει | έχεις επαυξήσει | έχει επαυξήσει | έχουμε επαυξήσει | έχετε επαυξήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαυξήσει | είχες επαυξήσει | είχε επαυξήσει | είχαμε επαυξήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαυξήσει / να επαυξάνω / να επαυξήσω | να έχεις επαυξήσει / να επαυξάνεις / να επαυξήσεις | να έχει επαυξήσει / να επαυξάνει / να επαυξήσει | να έχουμε επαυξήσει / να επαυξάνουμε / να επαυξήσουμε | να έχετε επαυξήσει / να επαυξάνετε / να επαυξήσετε | να επαυξάνουν / να επαυξάνουνε / να επαυξήσουν / να επαυξήσουνε |
| Προστακτική | — | επαύξανε / επαύξησε | — | — | επαυξάνετε / επαυξήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →