επαύριον
•
- λόγιοη ακόλουθη, η επόμενη ημέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαύριον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαύριον (επ- + αύριο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
επαύριον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπαύριον (επ- + αύριο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →